ΙΟΥΝΙΟΣ Β΄.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΕΞ ΑΓΑΡΗΝΩΝ
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου, τοῦ ἐξ Ἀγαρηνῶν.
Καταγόμενος ἀπὸ τὸ χωριὸ Ψιλομέτωπο τῆς Μυτιλήνης, ἀπὸ γονεῖς μουσουλμάνους, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, ἔδειξε παιδιόθεν ἰσχυρὴ κλίση πρὸς τὴν ἀρετή. Ἦταν δεκαπέντε ἐτῶν ὅταν, πέφτοντας θύμα μιᾶς μάγισσας, ποὺ τοῦ ἔδωσε νὰ πιεῖ ἕνα δηλητηριασμένο φίλτρο, τυφλώθηκε καὶ ἔμεινε κατάκοιτος ἐπὶ τρία ἔτη. Μία εὐσεβὴς χριστιανὴ τὸν σπλαγχνίστηκε καὶ πρότεινε στὴν μητέρα του νὰ τὸν πάρει καὶ νὰ τὸν νίψει σὲ ἕνα ἁγίασμα, ὅπου καὶ θεραπεύτηκε. Μετέβη κατόπιν μὲ τὸν ἀδελφό του γιὰ νὰ ἐργαστεῖ στὴν Σμύρνη, σὲ ἕνα ὀπωροπολεῖο. Συχνά, εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ κάνει παραδόσεις στὴν Μητρόπολη, ὅπου καὶ ἄκουγε μὲ ἐνδιαφέρον τὰ χριστιανικὰ ἀναγνώσματα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἄναψε σιγὰ-σιγὰ στὴν καρδιά του ἡ φλόγα τοῦ θείου ἔρωτος. Παρασυρμένος ὅμως ἀπὸ κακιὲς συντροφιές, παραδόθηκε γιὰ κάποιο διάστημα στὸν ἔκλυτο βίο· δὲν ἄργησε ὅμως νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἀθλιότητά του καὶ ἀποφάσισε νὰ βρεῖ καράβι γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ σκοπὸ νὰ γίνει χριστιανός. Ἐκμυστηρεύτηκε τὸ σχέδιό του σὲ μοναχοὺς σὲ διάφορες Σκῆτες καὶ στὴν Μεγίστη Λαύρα, ὅμως ἐκεῖνοι, τρομοκρατημένοι, τὸν παρέπεμψαν στὸν πατριάρχη Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ε΄[1], ποὺ ἐγκαταβίωνε τότε ἐξόριστος στὴν Μονὴ τῶν Ἰβήρων. Ὁ πατριάρχης, τὸν ἄκουσε μὲ καλοσύνη καὶ τοῦ συνέστησε νὰ πάει νὰ προετοιμαστεῖ γιὰ ἕξι μῆνες στὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων. Ὅταν ἔφθασε, τέλος, ἡ ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματός του, ἕνα φῶς ἐκτυφλωτικῆς λαμπρότητος ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ τὴν ὄψη του, καθὼς ἔβγανε ἀπὸ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας. Ἐν συνεχείᾳ δέ, ὁ Κωνσταντῖνος, ἔζησε ὡς ἀσώματος στὴν Σκήτη. Προσκυνώντας τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων στὴν Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, κυριεύτηκε ἀπὸ διάπυρο πόθο νὰ τοὺς μιμηθεῖ, καὶ καθὼς ἡ σκέψη αὐτὴ δὲν ἔφευγε στιγμὴ ἀπὸ τὸν νοῦ του, ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἦταν θλιμμένος καὶ κατηφής. Ἐκμυστηρεύτηκε τὸ σχέδιό του στὸν πνευματικό του πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀποφάσισε νὰ τὸν δοκιμάσει μὲ νηστεία καὶ ἄσκηση σαράντα ἡμερῶν. Μετὰ ἀπὸ ὅραμα ὅμως, ὁ πόθος του καταλάγιασε καὶ ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴν Μαγνησία, γιὰ νὰ μεταστρέψει τὴν ἀδελφή του.
Φθάνοντας στὶς Κυδωνιές, τὸ Ἀϊβαλὶ δηλαδή, ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ ἕναν Τοῦρκο καὶ τὴν στιγμὴ ποὺ ἑτοιμαζόταν νὰ φύγει γιὰ Σμύρνη, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἀγά. Οἱ περιστάσεις, ἀναζωπύρωσαν τὸν ἱερὸ πόθο του καὶ δίχως δισταγμό, ὁμολόγησε ὅτι ἦταν πράγματι τουρκικῆς καταγωγῆς καὶ ὅτι εἶχε μεταστραφεῖ στὸν Χριστιανισμό. Ἀνακρίθηκε πάλι ἀπὸ τὸν δικαστὴ τῆς περιοχῆς καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ τὸ πληροφορήθηκαν, βρῆκαν τρόπο νὰ μποῦν κρυφὰ στὴν φυλακὴ γιὰ νὰ τὸν ἐνθαῤῥύνουν ἐν ὄψει τῶν ἀγώνων ποὺ τὸν περίμεναν. Ὅταν παρουσιάσθηκε ἐκ νέου στὸ δικαστήριο, ἕνας χαλκωματάς, ποὺ εἶχε βασανίσει τὸν Ἅγιο Νεομάρτυρα Γεώργιο τὸν Χιοπολίτη, πρότεινε νὰ τὸν δοκιμάσει αὐτός. Κατασκεύασε τότε μεταλλικὸ σκοῦφο, τὸν ὁποῖο τοποθέτησε πυρακτωμένο στὴν κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου. Κατόπιν, μὲ ἕνα λουρί, πίεσε δύο μολυβδένια σφαιρίδια ἐπάνω στοὺς κροτάφους, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ βολβοὶ τῶν ματιῶν του νὰ πεταχθοῦν ἀπὸ τὶς κόγχες τους. Τὴν ἑπόμενη νύχτα, εὐσεβεῖς χριστιανοί, εἶδαν φῶς νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου[2], καὶ νὰ διεισδύει στὴν φυλακὴ τοῦ Κωνσταντίνου.
Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ὁδηγήθηκε πάλι στοὺς δικαστές, ζήτησε νὰ τὸν λύσουν καὶ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, λέγοντας μεγαλοφώνως: «Βλέπετε τί εἶμαι καὶ μὴν ἐλπίζετε νὰ ἀλλάξω γνώμη!» Ὁ δικαστής, ὀργισμένος, τράβηξε τὸ ξίφος του καὶ ἔπληξε τὸν Μάρτυρα στὸ στῆθος σταυροειδῶς, ἀλλὰ μονάχα τὸ ῥοῦχό του σχίσθηκε καὶ ἕνας ἀπαστράπτων χρυσὸς σταυρὸς ἐμφανίσθηκε τότε στὸ στέρνο του. Στὶς 23 Ἀπριλίου τοῦ 1819 ἢ 1820, παραδόθηκε ξανὰ πρὸς μαστίγωση, ἐνῶ τὸν φόρτωσαν μὲ βαρειὲς ἁλυσίδες· τὴν ἡμέρα ἦταν καθισμένος μὲ τὰ πόδια στὸ τιμωρητικὸ ξύλο καὶ τὴν νύχτα τὸν ἄφηναν νὰ κρέμεται ἀπὸ τὰ δεσμά του. Ἐπιπλέον, ὁ Σατανᾶς, ἐρχόταν νὰ τὸν ταράξει μὲ πλῆθος ὀπτασίες καὶ πειρασμούς. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀντιστεκόταν σθεναρά, μὲ τὴν ἐνθάῤῥυνση ἑνὸς νεαροῦ μαθητῆ ποὺ εἶχε μπεῖ κρυφὰ στὴν φυλακὴ καὶ τὸν ἐνδυνάμωνε ἐξιστορώντας τὰ κατορθώματα τῶν Μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ τῶν Κυδωνιῶν εἶχαν συναχθεῖ στὶς ἐκκλησίες καὶ προσεύχονταν γιὰ νὰ στερεωθεῖ στὴν ὁμολογία τῆς πίστεως.
Μία νύχτα, εἶδε σὲ ὅραμα τὴν Παναγία, ἡ ὁποία τὸν χαιρέτησε ὡς πιστὸ ὑπηρέτη τοῦ Υἱοῦ Της καὶ τοῦ ἀνήγγειλε τὴν ἔνδοξη ἔκβαση τοῦ ἀγώνα του, ὅπως καὶ τὴν ἐπικείμενη καταστροφὴ ποὺ θὰ ἔβρισκε τὴν πόλη. Βλέποντας τὴν ἀπαρασάλευτη στάση του, ὁ δικαστὴς διέταξε νὰ τὸν μεταφέρουν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν καὶ ὁμολόγησε μὲ θέρμη τὴν πίστη του ἐνώπιον τοῦ διοικητῆ, τὸν φυλάκισαν σὲ ἕνα δημόσιο λουτρό. Ἕνας ἱερέας ἦλθε νὰ τοῦ προτείνει νὰ φροντίσει ὥστε νὰ ἀφεθεῖ ἐλεύθερος, ἀλλὰ ὁ Μάρτυς ἀρνήθηκε δείχνοντας τὶς πληγές του, ἀπόδειξη τῆς καρτερίας του, καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ μὴν ἀναλάβει τίποτα ποὺ θὰ στεκόταν ἐμπόδιο στὴν πρόῤῥηση τῆς Θεομήτορος. Μετὰ ἀπὸ δύο νέες ἀνακρίσεις, ὁ Κωνσταντῖνος, ἀναστενάζοντας, εὐχήθηκε στὸν δικαστὴ νὰ καταλάβει ποιὸ ἦταν τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του καὶ νὰ μεταστραφεῖ καὶ αὐτός. Τὰ λόγια αὐτὰ προκάλεσαν τὴν ὀργὴ τοῦ δικαστοῦ ποὺ τὸν χτύπησε στὸ πρόσωπο καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τὸν ἀπαγχονίσουν. Μετὰ τὴν θανάτωσή του, στὶς 2 Ἰουνίου, οἱ δήμιοι ἔθαψαν τὸ σῶμά του στὸ τουρκικὸ νεκροταφεῖο, γιὰ νὰ μὴν μποροῦν νὰ ἔρχονται οἱ χριστιανοὶ νὰ τὸ τιμοῦν.
ΕΝ Τῼ ΜΙΚΡῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ
Εἰς τό· Κύριε ἐκέκραξα, ἱστῶμεν στίχους δ΄, καὶ ψάλλομεν τὰ ἑξῆς Προσόμοια. Ἦχος α’. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.
Φῶς νοερὸν ἐν καρδίᾳ, Μάρτυς δεξάμενος, κατέλιπες τὸ σκότος, Κωνσταντῖνε τῆς πλάνης, καὶ Ἄγαρ τὴν δουλείαν καταλιπών, ἐλευθερίας τετύχηκας, τῶν εὐσεβῶν ὁμηγύρει προσαρμοσθείς, καὶ ἀθλήσας καρτερώτατα. (Δίς)
Καθάπερ ῥόδον ἐξέφυς, εὐῶδες ἔνδοξε, ἐξ ἀκανθώδους ῥίζης, Ἰσμαὴλ Κωνσταντῖνε, καὶ ἔπλησας ὀδμαῖς σου τῶν εὐσεβῶν, Κωνσταντῖνε συστήματα, ἐν τῇ στεῤῥᾷ σου ἀθλήσει· διόπερ νῦν, εὐφημοῦντές σε γεραίρομεν.
Χρυσοειδὴς ἀνεδείχθης, περιστερὰ λογική, περιηργυρωμένας, μαρτυρίου τῷ ῥείθρῳ, πτέρυγας ἐκτήσω πορφυραυγεῖς, ἀναπετάσας κατέπαυσας, πρὸς οὐρανίους θαλάμους, ἔνθα χοροί, τῶν Μαρτύρων ἐπευφραίνονται.
Δόξα. Ἦχος πλ. β΄.
Διὰ πόθον Χριστοῦ, Κωνσταντῖνε ἀοίδιμε, τὸ σῶμά σου παρέδωκας εἰς μάστιγας, καὶ βίαιον θάνατον· ὑπὲρ φύσιν ἠγωνίσθης, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον Χριστός σοι ἀμείβεται. Καταφρονήσας γὰρ φθειρομένης σαρκὸς καὶ προσκαίρου ζωῆς, ἔφθασας εἰς τὸν λιμένα τῆς καταπαύσεως, εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ τρυφὴν τὴν ἀδάπανον. Εἰς τὴν Πόλιν τὴν ἁγίαν, τὴν ἐπουράνιον Ἱερουσαλήμ, εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν πρωτοτόκων, ἐν ᾗ τρανώτερον τοῦ θείου κάλλους ἐπεντρυφῶν, καὶ ἡμᾶς τυχεῖν πρέσβευε δεόμεθα.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Θεοτόκε, Σὺ εἶ ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ἡ βλαστήσασα τὸν καρπόν τῆς ζωῆς· Σὲ ἱκετεύομεν, πρέσβευε Δέσποινα, μετὰ τοῦ Ἀθλοφόρου, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Εἰς τὸν Στίχον. Ἦχος β΄. Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ.
Δεῦτε τῶν εὐσεβῶν, τὰ πλήθη συνελθόντα, τὸν τοῦ Χριστοῦ ὁπλίτην, Κωνσταντῖνον ἐν ὕμνοις, τιμῶντες καταστέψωμεν.
Στ.: Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ.
ᾌσματα λυγηρά, σῶν ἄθλων τοὺς ἐπαίνους, χαρίτων ἀντιδόσεις, διάθεσιν γνησίαν, Κωνσταντῖνε ὑπόδεξαι.
Στ.: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ, ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Λύτρωσαι τῶν δεινῶν, τῶν νῦν παρενοχλούντων, ἡμᾶς τοὺς σὲ τιμῶντας, ὡς ἄριστος προστάτης, τῶν ἐπικαλουμένων σε.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Πρέσβευε ἐκτενῶς, μετὰ τῆς Θεοτόκου, δοθῆναι ἡμῖν πᾶσιν, τοῖς πόθῳ Σε ὑμνοῦσιν, ἁμαρτιῶν συγχώρησιν.
Νῦν ἀπολύεις. Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Πᾶσαν ηὔφρανας, πιστῶν χορείαν, καὶ κατήσχυνας, τοὺς Ἄγαρ γόνους, ἀνακηρύξας λαμπρῶς τὴν εὐσέβειαν, καὶ ὑπομείνας ἀνύποιστα βάσανα, ὦ Κωνσταντῖνε Μαρτύρων ἀγαλλίαμα· ὡς οὖν ἔτυχες, οὗπερ ἐπόθεις ἀοίδιμε, μνημόνευε ἡμῶν τῶν εὐφημούντων σε.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτόκιον.
Σὲ τὴν μεσιτεύσασαν, τὴν σωτηρίαν τοῦ γένους ἡμῶν, ἀνυμνοῦμεν Θεοτόκε Παρθένε· ἐν τῇ σαρκὶ γὰρ τῇ ἐκ σοῦ προσληφθείσῃ, ὁ Υἱός σου καὶ Θεὸς ἡμῶν, τὸ διὰ Σταυροῦ καταδεξάμενος πάθος, ἐλυτρώσατο ἡμᾶς, ἐκ φθορᾶς ὡς φιλάνθρωπος.
Ἀπόλυσις.
ΕΝ Τῼ ΜΕΓΑΛῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ
Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, ὁ Προοιμιακός, καὶ τό· Μακάριος ἀνήρ. Εἰς δὲ τό· Κύριε ἐκέκραξα, ἱστῶμεν στίχους στ΄, καὶ ψάλλομεν τὰ ἑξῆς Προσόμοια. Ἦχος δ΄. Ὡς γενναῖον ἐν Μάρτυσιν.
Ἐν ἐσχάτοις ἀνέτειλας, φωταυγὴς ὥσπερ ἥλιος, τὰ τῆς γῆς πληρώματα, Μάρτυς ἔνδοξε, καταφωτίζων τοῖς ἄθλοις σου, Κωνσταντῖνε ἔνδοξε· καὶ βαρβάρων τὴν ἀχλύν, ἀφανίζων τοῖς στίγμασι, ταῖς ἐνστάσεσι, τῇ πολλῇ καρτερίᾳ τῶν ἀγώνων, ὧν ὑπέστης διὰ πόθον, τοῦ ἀθλοθέτου σου πάνσοφε.
Σκεῦος θεῖον τοῦ Πνεύματος, καὶ δοχεῖον τῆς χάριτος, Κωνσταντῖνε ἔνδοξε ἐχρημάτισας· ὅθεν βασάνους ὑπέμενεινας, καὶ βίαιον θάνατον, διὰ πόθον τοῦ Χριστοῦ, οὗ ταῖς θείαις ἐλλάμψεσι, φωτιζόμενος, ὅλος φῶς ἀνεδείχθης διὰ τοῦτο, εὐφημοῦμέν σε τελοῦντες, τὴν ἀξιάγαστον μνήμην σου.
Φωτοβόλοις ἐλλάμψεσι, τῷ τιμίῳ σου σώματι, διαμείψας ἔνδοξε κατελάμπρυνε, Χριστὸς δι’ ὃν τὰ παθήματα, ὑπέστης στεῤῥότατα, φυλακὰς καὶ ῥαβδισμούς, πυρακτώσεις καὶ μάστιγας, καὶ τὴν βίαιον, πνιγμονήν, δι’ ἧς ἔπτης πρὸς τὰ ἄνω, ἔνθα νέφος τῶν Μαρτύρων, διὰ παντὸς συνευφραίνεται.
Ἕτερα. Ἦχος ὁ αὐτός. Ἔδωκας σημείωσιν.
Λαμπρά τε καὶ εὔσημος, ἡμῖν ἐπέστη ἡ μνήμη σου, Κωνσταντῖνε ἀοίδιμε, ἐνθέως φαιδρύνουσα, τὰ τῶν Ὀρθοδόξων, πρόσωπα καὶ πάντας, ὑμνεῖν ἐγείρουσα τοὺς σούς, ἀγῶνας Μάρτυς τοὺς ὑπὲρ πίστεως, δι’ ὧν Χριστὸν ἐδόξασας, καὶ τὸν διάβολον ἤσχυνας, καὶ τυράννων κατέβαλες, τὴν ὀφρὺν καὶ τὸ φρύαγμα.
Ῥόδον ὥσπερ εὔοσομον, ἐξ ἀκανθῶν ἀνεβλάστησας, τῶν τῆς Ἄγαρ πανένδοξε, πατρώαν ἀσέβειαν, ἐμφρόνως μισήσας, καὶ λουτρὸν τὸν θεῖον, ἀναδεξάμενος σοφέ, πρὸς τοὺς ἀγῶνας στεῤῥῶς ἐχώρησας, καὶ πλάνην ἐμυκτήρισας, τὴν τῶν προγόνων σου κράτισα, καὶ ἀθλήσας ἀπείληφας, τὸν τῆς νίκης σου στέφανον.
Ἡμέρα χαρμόσυνος, καὶ ἑορτὴ πανσεβάσμιος, τοῖς πιστοῖς ἐξανέτειλε, ἐν ᾗ τὸν ἀγώνά σου, Μάρτυς Κωνσταντῖνε, τὸν τοῦ μαρτυρίου, ὑπερηγώνισαι στεῤῥῶς, καὶ τοῦ ἐνδόξου τέλους τετύχηκας· διό σε μακαρίζομεν, καὶ ἐν ᾠδαῖς μεγαλύνομεν, Ἀθλητὴν ὡς ἀήττητον, καὶ ὡς Μάρτυρα ἔνδοξον.
Δόξα. Ἦχος πλ. β΄.
Τὴν τῶν Μαρτύρων καλλονήν, καὶ ἱερὰν προσθήκην, ἐν ὕμνοις νῦν ᾀσμάτων εὐφημήσωμεν πιστοί· χαίροις ἀναβοῶντες, στρατιῶτα τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως Χριστοῦ, ὁ κατ’ ἐχθρῶν νίκης ἀράμενος τρόπαια· χαίροις ὁ στεῤῥὸς ἀθλήτης, καὶ γενναῖος τῆς εὐσεβείας πρόμαχος, Κωνσταντῖνε παναοίδιμε· ὁ τὴν ἀσύγκριτον ἀγάπην πρὸς Χριστόν, καὶ τὴν τούτου ἄχραντον Μητέρα ἐνδειξάμενος· διὰ γὰρ βασάνων πολυειδῶν, ὡς χρυσὸς ἐν καμίνῳ δοκιμασθείς, τῇ πνιγμονῇ ἐν Βυζαντίδι αὐτῷ προσηνέχθης θυσία, παῤῥησίαν οὖν ἔχων πρὸς αὐτόν, ἱκέτευε δεόμεθα, ὑπὲρ τῶν πίστει τελοῦντων, τὴν σεβάσμιον μνήμην σου.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Τίς μὴ μακαρίσει σε, Παναγία Παρθένε; τίς μὴ ἀνυμνήσει σου τὸν ἀλόχευτον τόκον; ὁ γὰρ ἀχρόνως ἐκ Πατρὸς ἐκλάμψας Υἱὸς μονογενής, ὁ αὐτὸς ἐκ σοῦ τῆς Ἁγνῆς προῆλθεν, ἀφράστως σαρκωθείς, φύσει Θεὸς ὑπάρχων, καὶ φύσει γενόμενος ἄνθρωπος δι' ἡμᾶς, οὐκ εἰς δυάδα προσώπων τεμνόμενος, ἀλλ' ἐν δυάδι φύσεων, ἀσυγχύτως γνωριζόμενος. Αὐτὸν ἱκέτευε, σεμνὴ Παμμακάριστε, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Εἴσοδος. Φῶς ἱλαρόν. Προκείμενον τῆς ἡμέρας. Τὰ ἀναγνώσματα
Προφητείας Ἡσαΐου τὸ ἀνάγνωσμα. (Κεφ. 43, 9-14)
Τάδε λέγει Κύριος· Πάντα τὰ ἔθνη συνήχθησαν ἅμα καὶ συναχθήσονται ἄρχοντες ἐξ αὐτῶν. Τίς ἀναγγελεῖ ταῦτα ἐν αὐτοῖς; ἢ τὰ ἐξ ἀρχῆς, τίς ἀκουστὰ ποιήσει ἡμῖν; Ἀγαγέτωσαν τοὺς μάρτυρας αὐτῶν, καὶ δικαιωθήτωσαν, καὶ εἰπάτωσαν ἀληθῆ. Γίνεσθέ μοι μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς Κύριος ὁ Θεός, καὶ ὁ Παῖς, ὃν ἐξελεξάμην, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε, καὶ συνῆτε, ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεός, καὶ μετ’ ἐμὲ οὐκ ἔσται. Ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ ὁ σῴζων. Ἐγὼ ἀνήγγειλα καὶ ἔσωσα, ὠνείδισα, καὶ οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν ἀλλότριος. Ὑμεῖς ἐμοὶ μάρτυρες, καὶ ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν μου ἐξαιρούμενος. Ποιήσω, καὶ τίς ἀποστρέψει αὐτό; Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ λυτρούμενος ἡμᾶς, ὁ Ἅγιος Ἰσραήλ.
Σοφίας Σολομῶντος τὸ ἀνάγνωσμα. (Κεφ. 3, 1-9)
Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι. Καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν, καὶ ἡ ἀφ᾿ ἡμῶν πορεία σύντριμμα· οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. Καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης. Καὶ ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται· ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτούς, καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ. Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτούς, καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. Καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι, καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται. Κρινοῦσιν ἔθνη, καὶ κρατήσουσι λαῶν καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τοὺς αἰῶνας· οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτόν, συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.
Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. Δ΄. 7-15).
Δίκαιος ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται. Γῆρας γὰρ τίμιον, οὐ τὸ πολυχρόνιον, οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις· καὶ ἡλικίᾳ γήρως, βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος Θεῷ γενόμενος ἠγαπήθη, καὶ ζῶν μεταξὺ ἁμαρτωλῶν μετετέθη. Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ, ἤ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ. Βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά, καὶ ῥεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς· ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες, καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐπὶ διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.
Λιτή. Ἦχος α΄.
Ὡς μέγας, ὡς πολύς, ὁ πόθος σου Κωνσταντῖνε πανθαύμαστε, τὸ σὸν αἷμα διεκχέαντος ὑπὲρ Χριστοῦ· διὸ τοῦ πόθου τυχεῖν ἐφιέμενος, πρὸς τοὺς μαρτυρικοὺς ἀγῶνας ηὐτομόλησας, οὓς ἀνδρικῶς διανύσας ἔνδοξε, διὰ τῆς βρόχου πνιγμονῆς, ἔστης νῦν τοῦ πόθου, Χριστὸν ἀπολαβὼν τὸν σὸν ἔρωτα, ᾯ πρεσβεύων μὴ διαλίπῃς, ὑπὲρ τῶν πίστει καὶ πόθῳ, τελούντων τὴν μνήμην σου.
Ἦχος δ΄.
ᾈσματικὴν χορείαν κροτήσωμεν σήμερον ὦ φιλέορτοι, ἐπὶ τῇ μνήμῃ Κωνσταντίνου τοῦ νεολαμποῦς Ἀθλοφόρου, τοῦ ὡς ῥόδον ἐαρινὸν ἡμῖν σήμερον ἀναλάμψαντος, καὶ τὰς αἰσθήσεις τῶν πιστῶν, ἐν τῇ στεῤῥᾷ αὐτοῦ ἀθλήσει εὐωδιάσαντος. Οὗτος γὰρ τῆς Τριάδος γέγονεν ὑπέρμαχος, ἐν τῷ σταδίῳ τῶν παρανόμων, τὴν τοῦ Χριστοῦ ἀνακηρύξας πίστιν, τὴν πατρώαν αὐτοῦ πλάνην διήλεγξε, καὶ τὸν ἀόρατον ἐχθρόν, τῇ δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, καταβαλὼν ἐταπείνωσε· διὸ καὶ τὸν τῆς νίκης στέφανον, παρ’ Αὐτοῦ ἐκομίσατο, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν πίστει τελούντων τὴν μνήμην αὐτοῦ.
Δόξα. Ἦχος πλ. α΄.
Δεῦτε τῶν πιστῶν ὁ σύλλογος, πνευματικὴν χορείαν ἐπικροτήσωμεν, Κωνσταντῖνον τὸν ἀήττητον ἀριστέα, ἄνθεσιν ἐγκωμίων καταστέψωμεν λέγοντες· χαίροις ὁ ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς γενεᾷ, οἷά τις ἀστὴρ λαμπροφανὴς ἀναλάμψας· χαίροις ὁ τὰς τοῦ παμμηχάνου παγίδας, ἀετὸς ὥσπερ ὑπόπτερος ἐκφυγών· χαίροις ὁ τὸν Χριστὸν εὐθαρσῶς ὁμολογήσας, καὶ τὸν τῆς νίκης στέφανον ἀξίως ἀναδησάμενος· διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ὅπως εὕρωμεν ἔλεος, καὶ Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐπιτύχωμεν.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Ναὸς καὶ πύλη ὑπάρχεις, παλάτιον καὶ θρόνος τοῦ Βασιλέως, Παρθένε πάνσεμνε, δι' ἧς ὁ λυτρωτής μου Χριστὸς ὁ Κύριος, τοῖς ἐν σκότει καθεύδουσιν ἐπέφανεν, Ἥλιος ὑπάρχων δικαιοσύνης, φωτίσαι θέλων οὓς ἔπλασε, κατ' εἰκόνα ἰδίαν χειρὶ τῇ ἑαυτοῦ. Διὸ Πανύμνητε, ὡς μητρικὴν παῤῥησίαν πρὸς αὐτὸν κεκτημένη, ἀδιαλείπτως πρέσβευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Εἰς τὸν Στίχον. Ἦχος πλ. α΄ Χαίροις ἀσκητικῶν.
Χαίροις, ὁ στρατιώτης Χριστοῦ, ὁ ἐν τοῖς Μάρτυσι κλεινὸς καὶ περίδοξος· τῆς πλάνης ὁ καθαιρέτης, τῶν ἀσεβῶν τῆς δεινῆς, καὶ τῆς εὐσεβείας κήρυξ ἔνθεος, ὁ ῥώμῃ τοῦ Πνεύματος, τῶν δαιμόνων τὰς φάλαγγας, ἀποσοβήσας, καὶ ἁπάσας τρεψάμενος, καὶ δεξάμενος, ἐκ Θεοῦ στέφος ἄφθαρτον, Μάρτυς ἀκαταγώνιστε, ὁ νοῦς ὁ ἀπτόμενος, ὁ τροπαιοῦχος ὁ μέγας, τῆς τοῦ Χριστοῦ παρατάξεως, πιστῶν ὁ προστάτης, καὶ κραταίωμα καὶ σθένος, καὶ θεῖον ἔρεισμα.
Στ.: Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ.
Δόξα, τῷ ἐν ὑψίστοις Θεῷ, τῷ εὐδοκήσαντι ἡμῖν χαρισθῆναί σε, ὡς ῥόδον ἐξ ἀκανθῶν τε, καὶ ἀσεβείας βυθοῦ, δυσσεβοῦς θρησκείας κακοδαίμονος, κραταίωμα ἄσειστον, καὶ θερμὸν ἀντιλήπτορα, καὶ ὑπέρμαχον, Ὀρθοδόξων καὶ καύχημα, ἀξιάγαστε, Ἀθλητῶν ἐγκαλλώπσιαμ, ῥύστην πάντων ὀξύτατον, δεινῶν τοῖς τιμῶσί σε, καὶ αἰτουμένους σου Μάρτυς, ὦ Κωνσταντῖνε τὴν ἴασιν· καὶ γὰρ πᾶσι πάντα, τὰ αἰτήματα παρέχεις, τοῖς εὐφημοῦσί σε.
Στ.: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ, ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Πάρεσο, ἀοράτως ἡμῖν, τοῖς ἐν ᾠδαῖς, τοὺς σοὺς ἀγῶνας γεραίρουσι, Μαρτύρων νέων ἡ δόξα, καὶ παλαιῶν Ἀθλητῶν, θεῖον Ἀθλοφόρε ἐγκαλλώπισμα, καὶ ἵλεως ἔπιδε, καὶ εὐσπλάγχνως ἐπίσκεψαι, τοὺς ὑμνητάς σου, καὶ ἑκάστῳ τὰ πρόσφορα, καὶ σωτήρια, σαῖς εὐχαῖς συμπαθέστατε, δώρησαι καὶ εἰρήνευσον, τοῦ κόσμου τὰ σκάνδαλα, καὶ τοὺς τελοῦντας σὴν μνήμην, ἐκ συμφορῶν ἀπολύτρωσαι, Χριστὸν ἱκετεύων, τὸν παρέχοντα τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.
Δόξα. Ἦχος πλ. δ.
Δεῦτε θεοσύλλεκτον ἄθροισμα, τῆς Χριστωνύμου κλήσεως, εὐωχηθῶμεν ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ νεολαμποῦς Ἀθλητοῦ, καὶ πανενδόξου Κωνσταντίνου. Ἰδοὺ ἀνέτειλεν ὑπὲρ τὸν ἑωσφόρον, τὴν τῶν ἀθέων τυράννων ἀχλὺν διασκεδάζων, καὶ τὰς τῶν πιστῶν ψυχάς, τῇ ἐνεργείᾳ καὶ χάριτι φωτίζων, πρὸς ὃν φιλομάρτυρες ἀνακράξωμεν· χαίροις, ὁ τὴν πατροπαράδοτον πλάνην τῶν δυσσεβῶν Ἀγαρηνῶν βδελυξάμενος, καὶ τὴν σωτήριον καὶ ἀμώμητον ἀσπασάμενος πίστιν· χαίροις, ὁ τὰς ἀπειλὰς καὶ μάστιγας, καὶ ἀνυποίστους βασάνους στεῤῥῶς ὑπενεγκών, καὶ ταύταις μὴ ὑπενδούς, καὶ τὸν τῆς νίκης στέφανον εἰληφώς· διὸ ὡς παῤῥησίαν ἔχων πρὸς Χριστόν, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν τιμώντων σε.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Ἀνύμφευτε Παρθένε, ἡ τὸν Θεὸν ἀφράστως συλλαβοῦσα σαρκί, Μήτηρ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, σῶν οἰκετῶν παρακλήσεις δέχου Πανάμωμε, ἡ πᾶσι χορηγοῦσα καθαρισμὸν τῶν πταισμάτων, νῦν τὰς ἡμῶν ἱκεσίας προσδεχομένη, δυσώπει σωθῆναι πάντας ἡμᾶς.
Νῦν ἀπολύεις. Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Πᾶσαν ηὔφρανας, πιστῶν χορείαν, καὶ κατήσχυνας, τοὺς Ἄγαρ γόνους, ἀνακηρύξας λαμπρῶς τὴν εὐσέβειαν, καὶ ὑπομείνας ἀνύποιστα βάσανα, ὦ Κωνσταντῖνε Μαρτύρων ἀγαλλίαμα· ὡς οὖν ἔτυχες, οὗπερ ἐπόθεις ἀοίδιμε, μνημόνευε ἡμῶν τῶν εὐφημούντων σε.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Σὲ τὴν μεσιτεύσασαν, τὴν σωτηρίαν τοῦ γένους ἡμῶν, ἀνυμνοῦμεν Θεοτόκε Παρθένε· ἐν τῇ σαρκὶ γὰρ τῇ ἐκ σοῦ προσληφθείσῃ, ὁ Υἱός σου καὶ Θεὸς ἡμῶν, τὸ διὰ Σταυροῦ καταδεξάμενος πάθος, ἐλυτρώσατο ἡμᾶς, ἐκ φθορᾶς ὡς φιλάνθρωπος.
Ἀπόλυσις.
ΕΝ Τῼ ΟΡΘΡῼ
Μετὰ τὴν α’ Στιχολογίαν, Κάθισμα. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Ὄρθρος ἔλαμψας, ὁμολογίας, λύων ζόφωσιν, τῆς Ἄγαρ μάκαρ, καὶ πρὸς τὸ φῶς καθοδηγῶν ἡμᾶς ἅπαντας· ὅθεν τὴν σὴν φωτοφόρον πανήγυριν, ἐπιτελοῦντες Κωνσταντῖνε ἀοίδιμε, ἐκβοῶμέν σοι· Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Θρόνος πάγχρυσος, τοῦ Βασιλέως, καὶ Παράδεισος, διηνθισμένος, ἀνεδείχθης Θεοτόκε πανάχραντε· τὸν γὰρ Θεὸν ἐν γαστρί Σου βαστάσασα, εὐωδιάζεις ἡμᾶς θείαις χάρισιν· ὅθεν ἅπαντες, Θεοῦ ἀληθῶς Μητέρα Σε, κηρύττομεν ἀεὶ καὶ μεγαλύνομεν.
Μετὰ τὴν β’ Στιχολογίαν, Κάθισμα. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σταυρὸν ὥσπερ θώρακα ἀναλαβὼν Ἀθλητά, πρὸς πάλην ἐχώρησας τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν, Κωνσταντῖνε ἀείμνηστε· ὅθεν ἐξαφανίσας, ἀσεβῶν δυναστείαν, ἔπαθλον ἐκομίσω, τῶν θαυμάτων τὴν χάριν, πρεσβεύων λυτρωθῆναι ἡμᾶς, αἰχμαλωσίας πικρᾶς.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Ταχὺ δέξαι Δέσποινα τὰς ἱκεσίαις ἡμῶν, καὶ ταύτας προσάγαγε τῷ Σῷ Υἱῷ καὶ Θεῷ, Κυρία πανάχραντε· λῦσον τὰς περιστάσεις, τῶν εἰς Σὲ προστρεχόντων, σύντριψον μηχανίας, καὶ κατάβαλε θράσος, τῶν ὁπλιζομένων ἀθέων, πάναγνε κατὰ τῶν δούλων Σου.
Μετὰ τὴν α’ Στιχολογίαν, Κάθισμα. Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοὺς πιστῶς τελοῦντάς σου, τὴν θείαν μνήμην, καὶ προσπτυσσομένους σου, τὸν χαρακτῆρα εὐλαβῶς, σῶσον ταῖς σαῖς πρὸς τὸν Κύριον, θείαις πρεσβείαις, Κωνσταντῖνε ἐκ θλίψεων.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Προστασία ἄμαχε, τῶν ἐν ἀνάγκαις, καὶ πρεσβεία ἕτοιμος, τῶν ἐλπιζόντων ἐπὶ Σέ, ἀπὸ κινδύνων με λύτρωσαι, καὶ μὴ παρόψῃ, ἡ πάντων βοήθεια.
Εἶτα, οἱ Ἀναβαθμοί· τὸ α’ Ἀντίφωνον τοῦ δ’ ἥχου.
Προκείμενον: Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ.
Στ.: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ, ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Εὐαγγέλιον, μαρτυρικόν.
Ὁ Ν’ ψαλμός.
Δόξα: Ταῖς τοῦ Ἀθλοφόρου...
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...
Ἰδιόμελον. Ἦχος β΄. Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός...
Χαῖρε καὶ εὐφραίνου στρατιῶτα, τοῦ μεγάλου Βασιλέως Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, Κωνσταντῖνε πολύαθλε. Σὺ γὰρ ἐν σταδίῳ τὸν Χριστὸν ἐκήρυξας, καὶ ἐναντίον βασιλέων καὶ τυράννων, Αὐτὸν εὐθαρσῶς ὡμολόγησας· διὸ καὶ νομίμως ὑπὲρ Αὐτοῦ ἀθλήσας, ἀξίως ἐστεφανώθης κληρουχίας οὐρανίου μετὰ Μαρτύρων ἀξιωθείς. ᾯ καὶ πρεσβεύων μὴ παύσῃ ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν τελούντων σου τὸ μνημόσυνον.
Εἶτα, οἱ Κανόνες· τῆς Θεοτόκου, καὶ τοῦ Ἁγίου οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Τὸν νεόαθλον κυδαίνω Κωνσταντῖνον. Ἐν δὲ τοῖς Θεοτοκίοις: Μακάριος.
ᾨδὴ α’. Ἦχος δ΄. Ἀνοίξω τὸ στόμα μου.
Τὸ στόμα μου πλήρωσον, ὦ Κωνσταντῖνε θεόληπτε, ῥημάτων αἰνέσεως, τὴν μωμητήν μου ψυχήν, ἐκλυτρούμενος, δεινῶν παραπτωμάτων, ἐφύμνιον ὅπως σοί, ᾄσω μελώδημα.
Ὄλβον τὸν οὐράνιον, ὦ Κωνσταντῖνε τετύχηκας, προνοίᾳ τῇ κρείττονι, κατὰ τὸν Παῦλον ὁμοῦ, Κωνσταντῖνόν τε, τὸν ἄνακτα τὸν θεῖον· διό σου τὴν εὔκλειαν, Μάρτυς γεραίρομεν.
Νάρδου ἡδυπνότερον, ὦ Κωνσταντῖνέ σε ἔδειξε, λουτρὸν τοῦ βαπτίσματος, ὀσμὴν ζωῆς εἰς ζωήν, τοῖς πιστοῖς ἡμῖν, ὀσμὴν δὲ τοῖς ἀπίστοις, θανάτου εἰς θάνατον, Μάρτυς γενόμενον.
Νοῦς αὐτοπροαίρετος, ὦ Κωνσταντῖνε καὶ ὅσιος, ὑπάρχων καὶ τέμενος, ἱερουργῶν ἐν αὐτῷ, τῷ Κυρίῳ σου, ἐγένου ἐναθλήσας· διὸ τὴν οὐράνιον, εὗρες ἀπόλαυσιν.
Θεοτοκίον.
Μέτοχος ἐγένετο, ἡ γεηρὰ φύσις ἅπασα, τῷ Τόκῳ Σου ἄχραντε, τῆς ἀθανάτου ζωῆς· ὅθεν Δέσποινα, τὸ χαῖρε τοῦ Ἀγγέλου, βοᾷ Σοι κηρύττουσα, τὰ μεγαλεῖά Σου.
ᾨδὴ γ΄. Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους.
Εὑρών σε ἐν ὄρεσι τῆς πλάνης, ἐπώμιον φέρει ὁ Ποιμήν, πρόβατον πρὶν πλανώμενον, νυνὶ δὲ δι’ ἀθλήσεως, ὦ Κωνσταντῖνε ἔνδοξε, θυσίαν δέχεται ἄμωμον.
Ὀρθρίσας πρὸς μόνον τὸν Δεσπότην, Ὃν εὗρες προνοίᾳ τῇ Αὐτοῦ, τοῦτον ἰδὼν ἀκήκοας, φωνὴν Αὐτοῦ τὴν ἄῤῥητον, ἣν προσηνῶς ἀκοῦσαί με, τοῦτον ὦ Μάρτυς δυσώπησον.
Ἀνοίγει τὸ σκέλος ποδοκάκη, σοὺς πόδας ἐντείνουσα δεινῶς, σταυρὸν δὲ ἀνεφάνη σου, τοῖς στέρνοις οἷς προσέκρουσεν, ὁ ἀσεβὴς ἀοίδιμε, ὢ δόξης ἧσπερ ἠξίωσαι.
Θεόληπτος Μάρτυς ἀνεδείχθης, μετάρσιος ὅλος ἐπὶ γῆς, βαδίζων πρὸς οὐράνια, τὸν νοῦν μετατιθέμενος, ὦ Κωνσταντῖνε ἔνδοξε, ἔνθα οἰκεῖς νῦν τερπόμενος.
Θεοτοκίον.
Ἀθλίως εἰς βάθη συμπτωμάτων, πεσὼν ὁ πανάθλιος ἐγώ, πρὸς Σὲ μόνη πανάσπιλε, προσπίπτῳ μὴ παρίδῃς με, μηδ’ ἀποῤῥίψης δέομαι, τὸν σὲ πιστῶς μεγαλύνοντα.
Κάθισμα. Ἦχος δ΄. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Τὸ θανεῖν ὑπὲρ τὸ ζῆν, διὰ Χριστὸν ἐπιποθῶν, παρεδόθης ταῖς δειναῖς, Μάρτυς αἰκίαις ἀνδρικῶς, καὶ τὸν ἀγῶνα διήνυσας καρτερόφρον· γενναίως τῶν ἐχθρῶν, συγκόψας φάλαγγας, καὶ τρόπαια λαμπρά, ἐγείρας ἔνδοξε, καὶ παρ’ Αὐτοῦ ἀπείληφας τὸ στέφος, ὦ Κωνσταντῖνε μακάριε· διό σου πάντες, τὴν θείαν μνήμην, ᾄσμασιν εὐφημοῦμεν.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Ἀπειρόγαμε ἁγνή, πῶς συλλαμβάνεις ἐν γαστρί, τῶν ἁπάντων τὴν πνοήν, περιλαμβάνοντα χερσί; Φράσον ἡμῖν τὸν λόγον τοῦ μυστηρίου Σου, παναληθές ἐστι, τοῦτο ὦ ἄνθρωπε, καὶ παῦσαι ἐρευνῶν τὸ ἀκατάληπτον, ὕψος καὶ βάθος, μῆκος καὶ πλάτος, τῆς ἀποῤῥήτου λοχίας μου· νικᾷ γὰρ τοῦτο, ἔννοιαν πᾶσαν, τῶν βροτῶν καὶ Ἀγγέλων.
ᾨδὴ δ΄. Τὴν ἀνεξιχνίαστον θείαν βουλήν.
Λέλυσαι δι’ αἵματος τῆς πατρικῆς, πλάνης Κωνσταντῖνε καὶ σχέσεως, καὶ συνεκράθης, διὰ πίστεως Χριστῷ, ᾯ ἐν τῷ πάσχειν ἔκραζες· Δόξα τῇ δυνάμει Σου Κύριε.
Ὄντως ἀταπείνωτος πρὸς αἰκισμούς, ὤφθης Κωνσταντῖνε καὶ μάστιγας, ἀνακηρύττων, τὸν Χριστὸν Υἱὸν Θεοῦ, ᾯ ἐν τῷ πάσχειν ἔκραζες· Δόξα τῇ δυνάμει Σου Κύριε.
Νίκης διαδήματι ὁ Ἰησοῦς, Μάρτυς Κωνσταντῖνε κατέστεψε, πυρακτωθεῖσαν, σοῦ τὴν κάραν ὑπ’ ἐχθρῶν, καὶ τὴν μωρὰν ἐλέγξασαν, τούτων καὶ ζοφώδη ἀσέβειαν.
Θεοτοκίον.
Κένωσιν ἀπόῤῥητον ὁ πατρικούς, κόλπους μὴ λιπὼν τοῦ Γεννήτορος, καθυπομένει, καὶ ἀγκάλαις Σου ἁγνή, χερουβικῶς κρατούμενος, σώζει διὰ Σοῦ τὸ ἀνθρώπινον.
ᾨδὴ ε’. Ἐξέστη τὰ σύμπαντα.
Καυθήτω μου ἔνδοξε, ἡ κεφαλὴ παράνομοι, πόδες ἐμβληθήτωσαν τῷ ξύλῳ, σταυρὸς τοῖς στέρνοις ἐγχαραττέσθω ἐμοῖς, ὅπως ἐποφθῶ τῷ Ἰησοῦ, θῦμα εὐωδέστατον, Κωνσταντῖνε ἐκραύγαζες.
Ὕθλοις τῶν προγόνων σου, σὺ μυηθεὶς ἀλήθειαν, τοῦ Εὐαγγελίου Κωνσταντῖνε, ἀπεβδελύξω καὶ προσαχθεῖς τῷ Χριστῷ, ἐβόας δι’ αἵματος πρὸς σέ, ἥκω λυτρωτὰ ἡμῶν, τετρωμένος σῷ ἔρωτι.
Δεινὴν καὶ ἀγέρωχον, μανίαν τῶν προγόνων σου, Μάρτυς συνετῶς ἀποποιοῦμαι, ἀνακηρύττων τὸν Ἰησοῦν μου Θεόν· ὑπὲρ οὗ σοφὲ τὴν πνιγμονήν, Κωνσταντῖνε ἔλεγες, ἐν χαρᾷ περιπτύσσομαι.
Θεοτοκίον.
Αἰσίως τὸ λόγιον, ὡράθης περατούμενον· εἷς γάρ, κατεδίωξε χιλίους, καὶ δύο αὖθις μετακινήσαντο, στῖφος τὸ τῆς Ἄγαρ εἰς φυγήν, δύναμιν φραξάμενοι, τῆς Παρθένου τὴν ἄμαχον.
ᾨδὴ στ’. Τὴν θείαν ταύτην.
Ἀθλητῶν ὄντως στεῤῥότητι, προσήχθης μοι σοφὲ Κωνσταντῖνε νῦν, γλυκύ μοι ὄνομα, πεφοινιγμένος σῷ αἴματι, ἡ Ἐκκλησία κράζει σοι, Μάρτυς χαίρουσα.
Ἴαμα πέλεις μοι Ἅγιε, βοᾷ τῶν εὐσεβῶν ἡ ὁμήγυρις, γλυκύ μοι ὄνομα, ὦ Κωνσταντῖνε γεραίρουσα, ἐν ὕμνοις ἀσιγήτοις σοῦ τὸ μνημόσυνον.
Νεοθαλλὲς καρποφόρον τε, φυτὸν ἡ Ἐκκλησία ὡς εἶδέ σε, καὶ ἐγκοσμούμενον, ἀθλητικῷ διαδήματι, ἐνθέως Κωνσταντῖνε ἠγαλλιάσατο.
Ὡραιωθέντος ἐκ πίστεως, ἐδόθη σοῦ τῷ κάλλει ἡ δύναμις· ὅθεν ἠρίστευσας, ὦ Κωνσταντῖνε καὶ ἤμβλυνας, βαρβαρικὴν μανίαν, τὴν τῶν προγόνων σου.
Θεοτοκίον.
Ῥύμην δεινῶν περιστάσεων, ἡ ῥύμη τῶν δεινῶν παραπτώσεων, μοὶ προεξένησεν, ἀλλὰ συντόμως ἀπάλλαξον, τῆς τούτων τυραννίδος, πάναγνε δέομαι.
Κοντάκιον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθείς.
Καταβαλὼν τῶν ἀσεβῶν σου προγόνων, τὰς δυναστείας ἀθλητὰ Κωνσταντῖνε, νικητικὸν διάδημα ἀπείληφας σοφέ· ὅθεν εὐφημοῦμέν σε, ὡς γενναῖον ὁπλίτην, πόθῳ ἐκτελοῦντάς σου, τὴν πανέορτον μνήμην· ἐν ᾗ δυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, τοὺς τὴν σεπτήν σου τελοῦντας πανήγυριν.
Ὁ Οἶκος
Ἀγγελικαῖς στρατιαῖς, τῷ θρόνῳ τοῦ Ὑψίστου, Κωνσταντῖνε τρισμάκαρ, ἀπαύστως προσπελάζων, καὶ τῶν ὑπὲρ νοῦν βραβείων ἐντρυφῶν εἰλικρινῶς· ἀγάπης ἐμφορούμενος, πρόσχες μοι οὐρανόθεν, ἐπίσκεψαι, πλῆσον σαῖς πρεσβείαις θείων χαρισμάτων, ὧνπερ εἴληφας ἐξ ὕψους ἀφράστως, φρουρὸν γὰρ ἀσφαλῆ, καὶ ῥύστην ἐν πόνοις, καὶ ὑπέρμαχον στεῤῥόν, ἔχων σε κράζω· Παράσχου κἀμοὶ καὶ πᾶσι νοσημάτων τὴν ἴασιν, καὶ σῶζε πάντας τοὺς τὴν σεπτήν σου τελοῦντας πανήγυριν.
Συναξάριον.
Τῇ Β΄ τοῦ αὐτοῦ Μηνός, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Κωνσταντῖνος, ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν, ὁ ἐκ Μυτιλήνης, καὶ ἐν Κυδωνιαῖς ἀθλήσας, ἐν Κωσταντινουπόλει, ἐν ἔτει 1819ῳ, ἀπαγχονισθεὶς τελειοῦται
Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
ᾨδὴ ζ΄. Οὐκ ἐλάτρευσαν.
Κατεκαύθη σου, ἡ κάρα χαλκουργήματι, πυρακτωθέντι σφοδρῶς, ᾗ καὶ ἐστέφθη λαμπρῶς, οἱ πόδες ἐβλήθησαν, ἐν ποδοκάκῃ δέ, νῦν χορεύοντες, περὶ τὸν θρόνον ἔνδοξε, Κωνσταντῖνε τοῦ Δεσπότου.
Ὤφθης δόκιμος, τῷ ξύλῳ ἀναρτώμενος· ὕψη οὐράνια, σὺν τοῖς Ἀγγέλων χοροῖς, βατεύειν γηθόμενος, σὺν τούτοις ψάλλειν τε, τῷ Δεσπότῃ σου, ὦ Κωνσταντῖνε ἔνδοξε, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Νίκης τρόπαια, τοῖς εὐσεβέσι δώρησαι, καὶ τὸν ἐξ Ἄγαρ τε, ὁρμὰς σαῖς Μάρτυς λιταῖς, εἰς τέλος ἀφάνισον, καὶ τὴν εὐσέβειαν, ὑπερύψωσιν, διηνεκῶς τὴν μέλπουσαν, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Σταυρὸν πάγχρυσον, τεμὼν δεινῶς ὁ τύραννος, ἄκων ἐχάρατε, στέρνοις τοῖς σοῖς ἀθλητά, ὃν Ἄγγελοι βλέποντες ὑπερεθαύμασαν, σὴν στεῤῥότητα, ὦ Κωνσταντῖνε μέλποντες, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Θεοτοκίον.
Ἱκετήριον, Σοὶ δέησιν προσάγομεν, οἱ σεσωσμένοι νῦν, αἰχμαλωσίας ἁγνή, ῥυσθῆναι δεόμενοι, καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, ὧν ὁ πόλεμος, οὐκ ἐν σαρκὶ καὶ αἵματι, τῷ νοΐ δὲ ἀντιπίπτει.
ᾨδὴ η΄. Παῖδας εὐαγεῖς.
Αὕτη πανηγύρεως ἡμέρα, κροτοῦσα τῶν Ἀσωμάτων ἡ ὁμήγυρις, σὺν ἡμῖν τὰ τρόπαια, τῶν λαμπρῶν ἀγώνων σου, χαρμονικῶς κραυγάζει νῦν, ὦ Κωνσταντῖνε σοφέ· τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Νεκρώσεως Μάρτυς τὸν χιτῶνα, ἐκδύσας ἀγαλλιάσεως ἱμάτιον, διὰ τοῦ βαπτίσματος, ὄντως ἐνεδέδυσαι· διὰ τοῦ μαρτυρίου τε τοῦτο ἐπέχρωσας, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε κραυγάζων, καὶ ὑπερυψοῦτε, Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.
Τίς σου κατ’ ἀξίαν ἐπαινέσει, τὴν αἴγλην τὴν ἐπελθοῦσαν τῷ προσώπῳ σου, καιρῷ τοῦ βαπτίσματος, καὶ τὴν εὐωδίαν τε, τοῦ ἐπελθόντος Πνεύματος, σοὶ ἐν τῷ χρίεσθαι, τῷ μύρῳ σε καὶ τὴν ἐν τῷ τέλει, διὰ τῶν ἀγώνων, θέωσιν Κωνσταντῖνε.
Θεοτοκίον.
Ὄλβιον πιστῶν τὴν κληρουχίαν, εἰργάσω διὰ τοῦ τόκου Σου πανάχραντε· ὅθεν χαριστήριον, αἶνόν Σοι προσάγουσα, λύσιν τῶν παραπτώσεων, καὶ τοῦ τῆς Ἄγαρ ζυγοῦ, δεινῶν τε ἀπολύτρωσιν πάντων, Κόρη ἐξαιτεῖται, εὑρεῖν ταῖς Σαῖς πρεσβείαις.
ᾨδὴ θ΄. Ἅπας γηγενής.
Ἴδε ἀληθῶς, ἡμέραν ὁλόφωτον, σοὶ ἀνατέλλουσαν, ὁ θεόφρων σύλλογος, καὶ θυμηδείας πλησθεὶς ἑόρτασον, τὴν ἱερὰν πανήγυριν, τοῦ θείου Μάρτυρος, Κωνσταντίνου, τοῦ τὴν νύκτα ἅπασαν, ἀθεΐας καλῶς ἐκμειώσαντος.
Νέμει σοι Χριστός, τῶν πόνων κατάλληλον, Μάρτυς ἀντίδοσιν, εἰς τὴν ὑπερκόσμιον, ἀναβιβάσας μακαριότητα, σὺν τοῖς Ἀγγέλων τάγμασιν, αὐτοῦ τὸ ἄῤῥητον, κατοπτεύειν, κάλλος τὸ ἀμήχανον, καὶ τρυφᾷν τὴν ἀπόῤῥητον εὔκλειαν.
Ὅλος τῷ Χριστῷ ἰχῶρσι, κατάστικος, ὄντως παρέστηκας, καθωραϊζόμενος, ὦ Κωνσταντῖνε, ταῖς ἀντιδόσεσι, φαιδρύνεις τὰ οὐράνια, Μάρτυς σκηνώματα, καὶ φωτίζεις, ἐπὶ γῆς τοὺς μέλποντας, τὴν σεπτήν σου ἐν ὕμνοις τελείωσιν.
Νέος ἀριστεύς, Χριστοῦ παρατάξεως, φανεῖς ἀοίδιμε· φάλαγγας κατέστρεψας, ὦ Κωνσταντῖνε, τὰς τῶν προγόνων σου, καὶ πρὸς Χριστοῦ ἀπείληφας, χάριν τὴν ἄφθονον, ἥν μοι πέμψον, πόθῳ προσλαλοῦντί σοι, καὶ ᾠδαῖς σε ἀεὶ μεγαλύνοντι.
Θεοτοκίον.
Σῶσον ἀγαθή, τοὺς πόθῳ ὑμνοῦντάς Σε, καὶ μεγαλύνοντας· λῦσον τῶν παθῶν ἡμῶν, τὸ σκότος Κόρη παῦσον τὸν κλύδωνα, τοῦ πονηροῦ τὰ σκάνδαλα, ἐκ μέσου ποίησον· τοὺς τῆς Ἄγαρ, γόνους καθυπόταξον, Βασιλεῖ εὐσεβεῖ ταῖς πρεσβείαις Σου.
Ἐξαποστειλάριον. Ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις.
Χριστιανός εἰμι κράζων, ὑπὲρ Χριστοῦ ἀποθνήσκω, τοῦ λαοπλάνου τὸ σέβας, οὐ καταδέχομαι ὅλως· διὸ στεφάνους τῆς νίκης, ὦ Κωνσταντῖνε ἐδέξω.
Θεοτοκίον.
Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ Βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦμα, πῶς γαλουχεῖς τὸν Δεσπότην.
Αἶνοι. Ἦχος α΄. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων
Πολυειδέσι βασάνοις, ἐνεκαρτέρησας, καὶ νίκης τὰ βραβεῖα, πρὸς Θεοῦ ἐκομίσω, τρισμάκαρ Κωνσταντῖνε· ὅθεν καὶ νῦν, τὴν σεβάσμιον μνήμην σου, ἐπιτελοῦμεν δεόμενοι ἐκτενῶς, τοῦ πρεσβεύειν ὑπὲρ πάντων ἡμῶν. (Δίς)
Τῇ χαρμοσύνῳ ἡμέρᾳ, τῆς σῆς ἀθλήσεως, τρισμάκαρ Κωνσταντῖνε, οἱ φιλοῦντές σε πάντες, εἰς ἓν συνελθόντες ᾀσματικῶς, ἐγκωμίοις τιμῶμέν σε, ὡς τοῦ Χριστοῦ στρατιώτην νεοφανῆ, καὶ ὡς Μάρτυρα στεῤῥότατον.
Τοὺς ἐτησίως τὴν μνήμην σου, ἑορτάζοντας, Κωνσταντῖνε τρισμάκαρ, καὶ πιστῶς εὐφημοῦντας, τοὺς ἄθλους τοὺς ἀγῶνας οὓς καρτερῶς, ἐναθλῶν καθυπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τῆς ἀγάπης τοῦ δι’ ἡμᾶς, καθ’ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσαντος.
Δόξα. Ἦχος πλ. δ΄.
Τίς μὴ ἐκπλαγῇ, τίς μὴ εἰκότως θαυμάσει, τὴν θαυμαστὴν καρτερίαν, καὶ ἀνένδοτον ἔνστασιν, Κωνσταντίνου τοῦ λαμπροῦ ἀθλητοῦ; Οὐδὲν γὰρ αὐτὸν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης χωρίσαι κατίσχυσεν· οὐ τυράννων θωπεῖαι, οὔτε μὴν ἀπειλαί, οὐ φυλακαί, καὶ βασάνων ποικιλίαι· ἀλλὰ πάντα ὑπενεγκῶν τὰ δεινά, ἑδραῖος ἐν αὐτῇ καὶ ἀκλόνητος, μέχρι τοῦ διὰ πνιγμονῆς μακαρίου τέλους διέμεινεν. Ἀλλ’ ὡς νῦν πρὸς Αὐτὸν στεφηφορῶν παριστάμενος ἀθλητά, ἐκτενῶς ἱκέτευε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Δοξολογία Μεγάλη καὶ Ἀπόλυσις.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων περιωπή, τῶν Νεομαρτύρων, ἡ περίδοξος καλλονή· χαίροις Κωνσταντῖνε, Ἀγαρηνῶν ἐκ γένους, Χριστῷ ὁ προσεγγίσας, ἐν οἰκειότητι.
ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ
(Ἰσιδώρας μοναχῆς)
Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.
Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀγαρηνῶν τὸν ἀπὸ γένους ἐλθόντα, εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἀμώμητον πίστιν, τὸν Κωνσταντῖνον ᾄσμασιν, ἐνθέοις πιστοί, δεῦτε εὐφημήσωμεν, πρὸς αὐτὸν ἐκβοῶντες· χαίροις γενναιότατε, τοῦ Χριστοῦ στρατιῶτα, τῆς Ἐκκλησίας δόξα καὶ τιμή, Νεομαρτύρων, τὸ ἔξοχον ἄκουσμα.
Δόξα.
Ἐκ Μυτιλήνης ὡς ἀστὴρ φωτοφόρος, ὁ Κωνσταντῖνος ἐξανέτειλεν ἄρτι, καὶ ἐν τῷ ὄρει Ἄθωνος ἠσκήθη καλῶς, εἰς Κωνσταντινούπολιν, εὐκλεῶς τε ἀθλήσας, ἄλγη καθυπέμεινε, τῇ σαρκὶ ἀπτοήτως, τῆς φυλακῆς δεσμὰ καὶ ῥαβδισμούς, καὶ δι’ ἀγχόνης, τὸ τέλος τὸ ἅγιον.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.
Εἶτα, ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Ἐξ Ἀγαρηνῶν, Κωνσταντῖνον ᾄδω. Ἰσιδώρας
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Ἑόρτιον σύναξιν οἱ πιστοί, ποιήσωμεν δεῦτε, τοῦ τιμῆσαι ὑμνοπρεπῶς, Χριστοῦ στρατιώτην Κωνσταντῖνον, Ἀγαρηνῶν ἀπὸ γένους ὑπάρχοντα.
Ξενίζει Ἀγγέλων τὰς στρατιάς, καὶ νοῦν τῶν ἀνθρώπων, καταπλήττει καὶ ἐξιστᾶ, γενναῖε ὁπλίτα Κωνσταντῖνε, τὸ ἱερὸν καὶ σεπτόν σου μαρτύριον.
Ἀγάλλου καὶ τέρπου μητροπρεπῶς, ἡ ἔνδοξος νῆσος, Μυτιλήνη τῇ ἑορτῇ, υἱοῦ σου τοῦ νέου Κωνσταντίνου, τοῦ εὐκλεῶς σε ἐν νίκαις δοξάσαντος.
Θεοτοκίον.
Γραφαὶ καὶ οἱ λόγοι τῶν Προφητῶν, τῷ θείῳ Σου τόκῳ, Μητροπάρθενε Μαριάμ, πεπλήρωνται Σὺ γὰρ ἀπειράνδρως, τὸν πρὸ αἰώνων Θεὸν ἀπεκύησας.
ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἀπτοήτῳ καρδίᾳ, Ἀγαρηνοῖς ἔμπροσθεν, πίστιν τοῦ Χριστοῦ τὴν ἁγίαν, καθωμολόγησας, μὴ δειλιάσας ποσῶς, τὰ ἀλγεινὰ Κωνσταντῖνε, Νεομάρτυς ἔνδοξε, καὶ καρτερόψυχε.
Ῥαβδισμοὺς ἀνυποίστους, τῇ σῇ σαρκὶ ἤνεγκας, Μάρτυς Κωνσταντῖνε κραυγάζων, ἀπὸ καρδίας σου, τῆς τοῦ Χριστοῦ μου στοργῆς, οὐχ ἀποστήσομαι ὅλως, Τούτῳ γὰρ συντάσσομαι, ἄχρι θανάτου μου.
Ἡδονὰς τὰς τοῦ βίου, καὶ κοσμικὴν ἄνεσιν, ὅλης ἐκ ψυχῆς σου ἠρνήθης, καὶ ἠκολούθησας, τὴν τεθλιμμένην ὁδόν, ὦ Κωνσταντῖνε ποιήσας, ἐν τῷ ὄρει Ἄθωνος, βίον ἐνάρετον.
Θεοτοκίον.
Νικητὴν τοῦ θανάτου, καὶ τῆς ζωῆς πρόξενον, ἄχραντε Παρθένε Μαρία, ἐκυοφόρησας· ὅθεν κειμένους ἡμᾶς, ταῖς ζοφεραῖς ἁμαρτίαις, τῇ χειρί Σου Δέσποινα, πάλιν ἀνάστησον.
Ἐνίσχυσον, ἡμᾶς φυλάττειν τὴν πίστιν ὦ Κωνσταντῖνε, ὁ ἐκ γένους Ἀγαρηνῶν αὐτὴν ἀσπασάμενος, καὶ ἄθλοις σου ταύτην διατρανώσας.
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Βασάνους πικράς, γενναίως καθυπέμεινας, τῇ πίστει Χριστοῦ, ἐνθέως δυναμούμενος, καὶ ἐχθρῶν τὸ μάταιον, Κωνσταντῖνε φρύαγμα ἔθραυσας, ὁ ἀπὸ γένους τῶν Ἀγαρηνῶν, τὸν δρόμον τελέσας τῆς ἀθλήσεως.
ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ὡς ἀήττητον ὅπλον σου, ἔσχες Κωνσταντῖνε Σταυρὸν τὸν τίμιον, καὶ ὡς θείαν πανοπλίαν σου, τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν περιέφερες.
Νηφαλέῳ φρονήματι, πρὸς τὸ σκάμμα ἔδραμες τῆς ἀθλήσεως, Κωνσταντῖνε καὶ ἐκέρδισας, τὰ βραβεῖα νίκης τὰ ἀμάραντα.
Κωνσταντίνου τὸν Μάρτυρα, ἐγκωμίων ἄνθεσι στεφανώσωμεν, ὥσπερ ῥόδον γὰρ ἐξήνθησεν, ἀκανθῶν ἐν μέσῳ ὁ ἀοίδιμος.
Θεοτοκίον.
Ὡς πυρίμορφον ὄχημα, φέρεις ἐν χερσί Σου ἁγνὴ Μητρόθεε, τὸν τῶν ὅλων Βασιλεύοντα, καὶ χερσὶ τὰ σύμπαντα συνέχοντα.
ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Νύκτα τῆς στυγνῆς, ἀθεότητος παρέδραμες, Κωνσταντῖνε καὶ εἰς φέγγος τὸ γλυκύ, ἦλθες δοξάζων, τὸν Θεὸν τὸν ἀθλοθέτην σου.
Σέβω τὴν σπουδήν, Κωνσταντῖνε τῶν ἀγώνων σου, καὶ τιμῶ σου τὴν ὑπέρτιμον τιμήν, ἥνπερ ἐκτήσω, τῇ γενναίᾳ καρτερίᾳ σου.
Τράχηλον τὸν σόν, εἰς ἀγχόνην περιέκλεισαν, Κωνσταντῖνε οἱ παράνομοι ἐχθροί, εἰς Παραδείσου, τὴν χαράν σε παραπέμψαντες.
Θεοτοκίον.
Ἅγιον Θεόν, ἐν τῇ μήτρᾳ Σου ἐχώρησας, Παναγία Θεοτόκε Μαριάμ· ἁγιωτέρα, τῶν Ἀγγέλων ὅθεν γέγονας.
ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
Νεότητος, τὴν ἀκμὴν παρέδραμες, Κωνσταντῖνε Νεομάρτυς γενναῖε, καὶ ἀνδρικῶς, εἰς ἀγῶνας εἰσῆλθες, Ἀγαρηνῶν ἀπειλὰς μὴ πτοούμενος, καὶ ἔλαβες παρὰ Θεοῦ, νίκης στέφος τὸ μὴ παλαιούμενον.
Ταλάντων σου, δι’ ἀγώνων ηὔξησας, Κωνσταντῖνε τὸν πολύτιμον πλοῦτον, Ἀγαρηνοῖς, κατενώπιον Μάρτυς, ὁμολόγησας Χριστοῦ τὴν Θεότητα· διὸ εἰσῆλθες μετ’ Αὐτοῦ, εἰς φωτὸς τὰς σκηνὰς ἀγαλλόμενος.
Ἱμάτιον, τῆς ἀφθάρτου χάριτος, Κωνσταντῖνε Ἀθλητὰ ἐνεδύσω· καὶ γὰρ ἐν γῇ, τὸν φθαρτόν σου χιτῶνα, Ἀγαρηνοὶ διὰ ξίφους ἐξέσχισαν, καὶ ἔλαμψε λαμπροφανῶς, τοῦ Χριστοῦ ὁ Σταυρὸς ἐν τῷ στέρνῳ σου.
Θεοτοκίον.
Ναμάτων Σε, ποταμὸν γλυκύῤῥοον, καὶ θαυμάτων ἀκατάπαυστον κρήνην, πάντες πιστοί, Παναγία Παρθένε, ὁμολογοῦμεν καὶ πόθῳ προστρέχομεν, τῇ χάριτί Σου ἀγαθή, τοῦ λαβεῖν δωρεὰς τῶν ἰάσεων.
Ἐνίσχυσον, ἡμᾶς φυλάττειν τὴν πίστιν ὦ Κωνσταντῖνε, ὁ ἐκ γένους Ἀγαρηνῶν αὐτὴν ἀσπασάμενος, καὶ ἄθλοις σου ταύτην διατρανώσας.
Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
Ἀπὸ γένους τῶν Ἀγαρηνῶν προερχόμενος, καὶ τὴν πίστιν τὴν ἀληθινὴν ἀσπασάμενος, Κωνσταντῖνε ἀθλητικὴν ἐβάδισας ὁδόν, σαρκὸς ἔφερες τὰ ἀλγεινά, ὡς καρτερόψυχος ἀνήρ, καὶ τῇ πίστει ἀκλόνητος, ἔπαθλα οὖν ἐδέξω, ἀξίως παρὰ Κυρίου, καὶ συνεδρεύεις παρ’ Αὐτῷ, σὺν Μαρτύρων τοῖς στρατεύμασιν.
Εἶτα, οἱ Ἀναβαθμοί· τὸ α’ Ἀντίφωνον τοῦ δ’ ἤχου.
Προκείμενον: Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ.
Στ.: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ, ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν. Κεφ. 21: 12-19
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Προσέχετε ἀπό τῶν ἀνθρώπων· ἐπιβαλοῦσι γὰρ ἐφ᾿ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον. Θέσθε οὖν εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν. Παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων, καὶ συγγενῶν, καὶ φίλων, καὶ ἀδελφῶν· καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται· ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.
Δόξα: Ταῖς τοῦ Ἀθλοφόρου...
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι. Στ.: Ἐλέησόν με ὁ Θεός...
Σθένος ἐνδυσάμενος, τὸ τοῦ Σταυροῦ Κωνσταντῖνε, τοῦ Θεοῦ τὸ ὄνομα, τοῖς ἐχθροῖς ἐνώπιον ὡμολόγησας, τῇ σαρκὶ πόνους τε, ἀλγεινοὺς ὑπέστης, καὶ οὐδόλως ἐδειλίασας, δεσμὰ ἐβάστασας, τὰ τῆς φυλακῆς ἀγαλλόμενος, καὶ εὗρες τὴν ἀπόλαυσιν, καὶ τοῦ Παραδείσου τὴν ἄνεσιν· οὕτω γὰρ δοξάζει, ἐν δόξῃ ὁ τῆς δόξης Βασιλεύς, τοὺς ἀληθείᾳ φυλάσσοντας, Αὐτοῦ τὰ προστάγματα.
ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ὁρατῶς σοι ἐφάνη, ἐν φωτὶ ἀπροσίτῳ, περιαστράπτουσα, ὦ Μάρτυς Κωνσταντῖνε, ἡ πάναγνος Παρθένος, Θεοτόκος καὶ ἔδωκε, τὴν κραταιάν σοι ἰσχύν, τελέσαι τοὺς ἀγῶνας.
Νεομάρτυς Κυρίου, Κωνσταντῖνε γενναῖε ἀνευφημοῦμέν σε, τοὺς θείους σου ἀγῶνας, τοὺς ἄθλους τοὺς τιμίους, καὶ τῆς νίκης τὰ τρόπαια· δι’ ὧν ἐδείχθης ζωῆς, τῆς ἄνω κληρονόμος.
Ἀγαλλέσθω τῇ μνήμῃ, Κωνσταντίνου τοῦ Νέου Ὁσιομάρτυρος, ἡ νῆσος Μυτιλήνη, ἡ Σμύρνη συνευφραίνου, Βασιλίς τε τῶν πόλεων, Κωνσταντινούπολιν δός, ᾠδὰς τῶν ἐγκωμίων.
Θεοτοκίον.
Δικαιώσεως χάριν, διὰ Σοῦ Θεοτόκε, πάλιν ἐλάβομεν, οἱ πρώην τοῖς βαράθροις, τοῦ ᾍδου πεπτωκότες, καὶ εἰς ὕψος ἀνήλθομεν, τῆς αἰωνίου ζωῆς, Θεὸν ὑπερυψοῦντες.
ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Ὢ τῆς ἀνδρείας, τῆς ἰσχυρᾶς Κωνσταντῖνε, ἣν ἐπέδειξας Μάρτυς γενναῖε· ὢ τῆς σταθηρᾶς σου, ἐν ἄθλοις καρτερίας.
Ἰδοὺ ἐκ γένους, Ἀγαρηνῶν τῷ Κυρίῳ, Κωνσταντῖνος ὁ Μάρτυς προσῆλθε, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐδόξασεν ἀξίως.
Στῦλος ἐδείχθης, ὁμολογίας ἐνθέου, Κωνσταντῖνε Χριστοῦ Νεομάρτυς, μείνας ἐν τῇ πίστει, καλῶς ἐστηριγμένος.
Θεοτοκίον.
Ἰδὼν Παρθένε, τὴν καθαράν Σου ἁγνείαν, ὁ Θεὸς ἐν γαστρί Σου κατέβη, καὶ ἐσωματώθη, ἐκ Σοῦ ἀνερμηνεύτως.
ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Δυνάσταις ἐναντίον, Μάρτυς Κωνσταντῖνε, ὁμολογήσας ἀνδρείως, τὸν ἕνα Θεόν, τῆς Ἐκκλησίας ἐγένου, σάλπιγξ θεόφθογγος.
Ὡς κλῆμα τῆς ἀμπέλου, τῆς ἐπουρανίου, ὦ Κωνσταντῖνε βασάνους, βαστάσας πολλάς, ἀθλητικῆς παγκαρπίας, βότρυν ἀπέδωκας.
Ῥαδίως Κωνσταντῖνε, τρίβον στενοτάτην, τοῦ Μαρτυρίου βαδίσας, εἰς πλάτος ζωῆς, καὶ εἰς σκηνὰς αἰωνίους, χαίρων κατώκησας.
Ἁγίων αἱ χορεῖαι, τάξεις τῶν Μαρτύρων, καὶ τῶν Ὁσίων οἱ δῆμοις, σκιρτῶσιν ὁμοῦ, τοῦ Κωνσταντίνου τῇ μνήμῃ, τοῦ Νεομάρτυρος.
Θεοτοκίον.
Σοὶ πρέπει κατ’ ἀξίαν, δόξης ἡ πληρότης, καὶ Σοὶ τὸ χαῖρε βοῶμεν, Παρθένε ἁγνή, ὡς τῆς χαρᾶς τῆς ἀλήκτου, πλῆρες κεφάλαιον.
Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις τῶν Ὁσίων περιωπή, τῶν Νεομαρτύρων ἡ περίδοξος καλλονή· χαίροις Κωνσταντῖνε, Ἀγαρηνῶν ἐκ γένους, Χριστῷ ὁ προσεγγίσας, ἐν οἰκειότητι.
Ἄγγελοι καὶ ἄνθρωπο συνῳδά, μέλπουσιν ἀξίως, Κωνσταντῖνον τὸν ἀθλητήν, τὸν ἐκ Μυτιλήνης, βλαστήσαντα ὡς ἄνθος, καὶ θείαις εὐωδίαις, πάντας εὐφραίνοντα.
Ἴσχυσας συντρίψαι τοῦ δυσμενοῦς, Μάρτυς Κωνσταντῖνε, τὰς κακίστας ἐπιβουλάς, καὶ ὁμολογῆσαι τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν· δι’ ἣν καὶ ἠγωνίσω, ἄχρι τοῦ τέλους σου
Ῥάβδων Κωνσταντῖνε τὰ ἀλγεινά, γνώμῃ σου γενναίᾳ, καθυπέμεινας σθεναρῶς, κράζων τῆς ἀγάπης, Χριστοῦ με χωρίσει, οὐ βάσανοι οὐ πόνοι, οὔτε ἀγχόνη τε.
Ἔλαμψας ὡς ἄστρον λαμπροφανές, ἐκ τῆς Μυτιλήνης, καὶ ἐφώτισας τηλαυγῶς, ἄθλοις Κωνσταντῖνε, τῶν πόλεων τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἐτελειώθης, Κωνσταντινούπολιν.
Ἄγαμαι τὴν πίστιν σου τὴν στεῤῥαν, στέργω σου τὴν δόξαν, μακαρίζω σου τὴν τιμήν, καὶ ἐν ἐγκωμίοις, τὴν μνήμην σου γεραίρω, ὦ Μάρτυς Κωνσταντῖνε, ἀξιοθαύμαστε.
Γέρας Κωνσταντῖνε τῶν ἀθλητῶν, τῶν Νεομαρτύρων, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν, τῶν Ἀθωνιτῶν τε, πατέρων κοσμιότης, σὺ εἶ ἐν τοῖς ἐσχάτοις, χρόνοις ἀοίδιμε.
Ἴθυνας πορείας σου πρὸς Θεόν, Μάρτυς Κωνσταντῖνε, ἀπὸ γένους Ἀγαρηνῶν, ὁ ὁμολογήσας, τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν, καὶ ταύτην ὁ σφραγίσας, πόνοις τιμίοις σου.
Εὖγε Κωνσταντῖνέ σοι προσφωνῶ, ἔγκριτε ὁπλιτά, παρατάξεως τοῦ Χριστοῦ· εὖγε Νεομάρτυς, ἀήττητε τὸ στέφος, τῆς νίκης ὁ κερδίσας, τὸ ἀμαράντινον.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.
Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.
Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα Τροπάρια: Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Χαίροις, τροπαιοῦχε ἀθλητά, ἐξ Ἀγαρηνῶν Κωνσταντῖνε, ὁ τῷ Χριστῷ προσελθών, πίστεως τὸ ἔρεισμα, τὸ ἀδιάσειστον, τῶν ἐνθέων ἀγώνων τε, τὸ ἄθραυστον σθένος, λύχνος τὰ πληρώματα, τῆς γῆς φωτίζων τε· χαίροις καρτερίας ἀδάμας, τῆς ὑπομονῆς ἡ σφραγίς τε, τῶν Νεομαρτύρων σεμνοπρέπεια.
Χαίρει, Κωνσταντῖνε ἐπὶ σοί, νῆσος Μυτιλήνης καὶ κράζει, μητροπρεπῶς τὰς ᾠδάς, Ἄθωνος τὸ Ἅγιον, Ὄρος ἀγάλλεται, ἐν αὐτῷ γὰρ διήνυσας, ὁσίους ἀγῶνας, πόθῳ τοῦ Κυρίου σου, ἐνδυναμούμενος, Σμύρνη ἐν ταυτῷ τε καυχᾶται, καὶ Κωνσταντινούπολις ᾄδει, μαρτυρίου τέλος σου τὸ ἔνδοξον.
Πίστιν, τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ, ἐξ Ἀγαρηνῶν Κωνσταντῖνε, ὁ ἐπιγνοὺς ἐν σπουδῇ, ἤθλησας στεῤῥότατα, καὶ διετράνωσας, τῆς Τριάδος τὴν δύναμιν, βασάνους βαστάσας, ἄλγη τε επώδυνα, ὡς καρτερόψυχος· ἔνδον φυλακῆς ἐνεκλείσθης, διὰ τῆς ἀγγχόνης τε ἦλθες, Παραδείσου πλάτος εἰς εὐρύχωρον.
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.
Δι’ εὐχῶν.
.jpg)